μπατάρω

μπατάρω
(αόρ. (ε)μπάταρα и (ε)μπατάρισ(σ)α) 1. μετ.
1) опрокидывать, валить (автомашину, лодку и т. п.); 2) сломить, сразить;

τον μπατάρανε τα χρέη — его разорили долги;

τα βάσανα τον μπατάρανε το δύστυχο — этого несчастного сломили беды;

3) погашать, уплачивать (долги);
рассчитаться (с кем-чем-л.);

μπατάρ τό χρέος — уплатить долг;

(τα) μπατάραμε — или μπατάραμε το χρέος — мы с вами квиты;

2. αμετ. накреняться; валиться, опрокидываться (об автомашине, лодке и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μπατάρω" в других словарях:

  • μπατάρω — μπατάρω, μπάταρα και μπατάρισα, μπαταρισμένος βλ. πίν. 53 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μπατάρω — και μπατέρνω (Μ μπατάρω και ἀμπατάρω) νεοελλ. 1. κλίνω προς τη μια πλευρά, γέρνω 2. ανατρέπομαι, βυθίζομαι («μπατάρησε η βάρκα») 3. ανατρέπω, αναποδογυρίζω, τουμπάρω («μπατάρησε τη βάρκα για να τήν καθαρίσει») 4. φέρνω κάποιον σε εξαιρετικά… …   Dictionary of Greek

  • μπατάρω — (λ. ιταλ.), μπάταρα και μπατάρισα 1. μτβ., ανατρέπω: Τον μπάταρε ένα μεγάλο κύμα. 2. αμτβ., γέρνω, ανατρέπομαι, αναποδογυρίζω: Η βάρκα μπάταρε από τη θαλασσοταραχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπατάρισμα — το η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μπατάρω, η κλίση προς τη μία πλευρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπατάρω κατά τα ουδ. σε ισμα (πρβλ. παρκάρω: παρκάρισμα)] …   Dictionary of Greek

  • τοιχίζω — ΝΜΑ [τοῑχος] (για πλοίο) γέρνω προς τη μια πλευρά, γέρνω, μπατάρω νεοελλ. κλείνω με τοίχο …   Dictionary of Greek

  • μπατέρνω — μπάταρα, μπατάρω (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»